Επέστρεψε όπως συνήθως κάθε βράδυ αργά, κλειδώνοντας προσεκτικά την πόρτα πίσω του. Η σκέψη του γυρόφερνε μέρες τώρα και βάραινε μαζί με το κεφάλι του στους ώμους. Κάθε πρωί που ξυπνούσε ήλπιζε ο κόσμος γύρω του να άλλαζε κι ο εφιάλτης που τον έπνιγε για λίγο να τον άφηνε.
Παρατηρούσε τα βιαστικά βήματα των ανύποπτων περαστικών στα πεζοδρόμια, τα σκυμμένα κεφάλια και τα χαμένα βλέμματα. «Μα ποιος αντέχει να περπατά πάνω στα σκουπίδια και να χαμογελά;» σκεφτόταν. Η ζωή γίνεται ευτελής, κανένας δεν ακούει τις κραυγές απελπισίας και εγκατάλειψης. Αλλοτριώνουν οι φανταχτερές βιτρίνες την ανυποψίαστη θλίψη μας. Κι αυτοί εκεί απέναντι κλέβουν τα όνειρα μας, στραγγίζουν τη ζωή μας, αυξάνουν τις ανάγκες σου, σε αφανίζουν.
Παρατηρούσε τα βιαστικά βήματα των ανύποπτων περαστικών στα πεζοδρόμια, τα σκυμμένα κεφάλια και τα χαμένα βλέμματα. «Μα ποιος αντέχει να περπατά πάνω στα σκουπίδια και να χαμογελά;» σκεφτόταν. Η ζωή γίνεται ευτελής, κανένας δεν ακούει τις κραυγές απελπισίας και εγκατάλειψης. Αλλοτριώνουν οι φανταχτερές βιτρίνες την ανυποψίαστη θλίψη μας. Κι αυτοί εκεί απέναντι κλέβουν τα όνειρα μας, στραγγίζουν τη ζωή μας, αυξάνουν τις ανάγκες σου, σε αφανίζουν.
Δεν ήταν σίγουρος ακόμα με ποιον τρόπο θα ακολουθούσε τη διαδικασία, αν και τα είχε προβλέψει όλα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Η αλήθεια είναι ότι περίμενε κάτι αναπάντεχο να συμβεί αλλά ήταν ελάχιστο το φως τριγύρω του. Έσφιξε την πένα ανάμεσα στα δάχτυλα και πήρε ένα λευκό χαρτί στο χέρι. Άρχισε να απλώνει τις λειψές γραμμές της ζωής του, ιχνογραφώντας ένα βουβό παρελθόν κι ένα ημιτελές μέλλον.
Μα όταν σήκωσε το βλέμμα και είδε το είδωλο του απέναντι στον καθρέφτη της ντουλάπας, τρόμαξε από το θέαμα. Έμοιαζε καχεκτικός, σαν μια σκιά ανυπόφορη, μύριζε ήδη θάνατο, δεν υπήρχε. Φοβήθηκε και αναπήδησε τρομαγμένος πάνω στην καρέκλα. Έσκισε το χαρτί σε χίλια κομμάτια και το πέταξε με οργή στο πάτωμα.
ΥΓ.
«Ποιος είναι αυτός που θέλει τη ζωή μου ένα υστερόγραφο, μερικές συλλαβές και μαύρα γράμματα σε μια λευκή σελίδα;» φώναξε
Κι ύστερα άνοιξε την πόρτα κι έγινε πάλι δρόμος, έγινε πέτρα και γροθιά, έγινε πάλι άνεμος.
«Αύριο θα τους πάρει και θα τους σηκώσει!» ούρλιαξε.(Velvet, 26/04/12)
*

μπράβο! μπράβο! μπράβο!
RispondiEliminaτο υστερόγραφό σου καταλυτικό, το κείμενο εξαιρετικό!
καλό μας ξημέρωμα!
Ευχαριστω Λυχνε
EliminaΓιατι δεν αξιζει να καταληξει η ζωη μας
ενα ακομη απελπισμενο "υστερογραφο"
Κι ας θελει τολμη να το υπογραψουμε
Καλημερα...
-
Μ' αρέσεις!!! Στο εχω πει!!!!
RispondiElimina"Αύριο θα τους πάρει και θα τους σηκώσει"!
RispondiEliminaΣυμφωνώ!
Πολύ όμορφο!
Δεν θαπρεπε
EliminaΚαι πολυ εχουμε αργησει
Καλημερα....
-
Πόσο όμορφα γράφεις Velvet μου!!!!
RispondiEliminaΕικόνες ξεπήδησαν διαβάζοντας το!!!
Την καλησπέρα μου!
Ευχαριστω Μαιρακι
EliminaΧαιρομαι που σε ξαναβλεπω
-
Ημουν εκει,τα ειδα ολα.
RispondiEliminaΤελειο.