28/03/2015

CESARE PAVESE - Verrà la morte e avrà i tuoi occhi / Ο θάνατος θάρθει και θάχει τα μάτια σου



(Verrà la morte e avrà i tuoi occhi)
Verrà la morte e avrà i tuoi occhi
questa morte che ci accompagna
dal mattino alla sera, insonne,
sorda, come un vecchio rimorso
o un vizio assurdo. I tuoi occhi
saranno una vana parola,
un grido taciuto, un silenzio.
Così li vedi ogni mattina
quando su te sola ti pieghi
nello specchio. O cara speranza,
quel giorno sapremo anche noi
che sei la vita e sei il nulla.

Per tutti la morte ha uno sguardo.
Verrà la morte e avrà i tuoi occhi.
Sarà come smettere un vizio,
come vedere nello specchio
riemergere un viso morto,
come ascoltare un labbro chiuso.
Scenderemo nel gorgo muti.
*** 
(Ο θάνατος θάρθει και θάχει τα μάτια σου)
Ο θάνατος θάρθει και θάχει τα μάτια σου
αυτός ο θάνατος που μας συνοδεύει
από το πρωί μέχρι το βράδυ, άγρυπνος,
κουφός, σαν μια παλιά τύψη
η ένα παράλογο πάθος. Τα μάτια σου
θαναι μια μάταιη λέξη,
μια πνιγηρή κραυγή, μια σιωπή.
Οπως τα βλέπεις κάθε πρωί 
όταν μονάχη σου σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
εκείνη τη μέρα κι εμείς θα μάθουμε
πως είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα.

Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Ο θάνατος θάρθει και θαχει τα μάτια σου.
Θαναι σα να κόβεις μια κακή συνήθεια
σα να βλέπεις στον καθρέφτη
ένα πρόσωπο ν’ αναδύεται νεκρό
σα να ακούς (ψίθυρους απο) ένα σφαλισμένο χείλι.
Σιωπηροί θα κατέβουμε στην άβυσσο.

(Μετάφραση - Velvet)

______________

«Ο θάνατος θάρθει και θαχει τα μάτια σου» ένα πολύ γνωστό ποίημα του Cesare Pavese, περιλαμβάνεται σε μια συλλογή δέκα ποιημάτων (γραμμένα για την αμερικανίδα ηθοποιό Constance Dowling) που βρέθηκαν σε ένα φάκελο στις 26.08.1950 την ημερα της αυτοκτονίας του στο δωμάτιο ενος ξενοδοχείου στο Τορίνο. Ο ποιητής εδω εκφράζει την απαισιόδοξη αντίληψη για τη ζωη και μεταμορφώνει το πρόσωπο της αγαπημένης του, (που δεν ανταποκρινόταν στα συναισθήματά του, και θεωρείται ένας απο τους λόγους της αυτοκτονίας του) σε μια παγωμένη μορφή θανάτου.

_____________
Video
Η μελοποιηση του ποιηματος απο τον ΛΕΟ ΦΕΡΡΕ το 1969.


8 comments:

  1. Όμορφο ποίημα!
    Καλησπέρα V.

    εύχομαι να έχεις έμπνευση για το 7ο Συμπόσιο που τρέχει :)))

    ReplyDelete
    Replies
    1. Ενα ποιημα γεματο θλιψη
      Καλησπερα αιρις

      υγ. θα δουμε

      Delete
  2. Υπέροχος Pavese!

    ReplyDelete
    Replies
    1. Αν και είναι γνωστος περισσότερο ως πεζογράφος
      Και λιγότερο ως ποιητης, η ποιητική του παρουσία είναι πολυ πιο σπουδαια
      Καλησπερα Ροντ

      Delete
  3. Δίσταζα να έρθω να σχολιάσω, ενώ ήθελα πολύ, γιατί με δυσκόλευε το θέμα.
    Μια υπέροχη ανάρτηση με Ferré, Godard, Pavese... πλούσια σε πνεύμα και τέχνη!
    Όλα αυτά για τον θάνατο από αγάπη!
    Πόσο μακριά είναι αυτό από το σήμερα; Από τις "αξίες" του σύγχρονου κόσμου;
    Είναι γελοίο ή ανόητο να πεθαίνει κανείς από έρωτα;

    ReplyDelete
    Replies
    1. Γελοιο και ανοητο είναι κανεις να πεθαινει
      Για οιανδηποτε λογο
      Για τον ερωτα?
      Δεν γνωριζω να σου απαντησω
      Μονο οι ερωτευμενοι το γνωριζουν

      Delete
  4. «Ο θάνατος θαρθει και θαχει τα μάτια σου» ανήκει στην ομάδα των δέκα ποιημάτων, δύο εκ των οποίων είναι στα αγγλικά, που ο Pavese έγραψε μεταξύ της 11ης Μαρτίου και 11 Απριλίου 1950 για την αμερικανιδα ηθοποιό Constance Dowling, μια γνωριμια εκεινης της περιοδου από τις σημειωσεις που βρίσκουμε στο ημερολόγιό του.

    «Ο θάνατος θαρθει και θαχει τα μάτια σου» φέρει ημερομηνία 22 Μαρτίου 1950. Ο ποιητής βρισκοταν στην Cervinia λίγες ημέρες, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο της 6ης Μαρτίου: «Σήμερα το πρωί στις 5 ή 6. Επειτα το αστερι της Αρτεμιδος, να στάζει τεραστιο στα χιονισμένα βουνά. Ο οργασμός, το χτυποκαρδι, η αυπνία. Η C. ήταν γλυκιά και υποτακτική, αλλά παρ΄ολα αυτά, αποκομμενη και ακινητη. Η καρδιά μου χοροπηδουσε όλη μέρα, και ακόμη δεν σταματά. Για τρεις νύχτες σχεδόν δεν κοιμόμουν. Μιλούσα, μιλούσα, μιλουσα.

    Στο σύντομο ημερολόγιο της 9ης Μαρτίου μεταξύ άλλων διαβαζουμε: «Είναι τόσο καλη, τόσο ήρεμη, τόσο υπομονετικη. Φτιαγμενη για μενα. Εξάλλου ηταν εκεινη που με αναζητουσε…»

    Από το ημερολόγιο των επόμενων ημερών διαφαίνεται μια συναισθηματικη κατασταση του ποιητη, ψυχικα βαθια διαταραγμένη, όπως και ο ιδιος αναφέρει στις 6 Μαρτίου με αυτές τις φράσεις: «Είμαι πολύ χειρότερα, από το '34 και '38, τότε λαχταρούσα μα δεν ημουν άρρωστος»
    Μερικες μέρες αργότερα Costance φευγει από την Cervinia, και στο ημερολόγιο της 22ας Μαρτίου, την ημερομηνία που έγραψε το «Θαρθει ο θανατος» ο ποιητής σημειωνει: «Τίποτα. Δεν γραφει πια τίποτα. Ισως να είναι νεκρη. Πρέπει να συνηθισω να ζήσω σαν να ειναι κατι φυσιολογικό».

    Επειτα η αναχώρηση της Costance για την Αμερική, όπου θα παραμείνει για δύο μήνες. Οδυνηρη η αναμονη του ποιητή, ο οποίος στις 8 Μαΐου, γράφει: «Αρχισε παλι ο ρυθμός του βάσανου. Κάθε βράδυ, όταν σουρουπώνει μου σφιγγεται η καρδιά, μεχρι αργα τη νύχτα. Στις 16 Μαΐου: «Τώρα ο πόνος εισβάλλει ακόμη και το πρωί». Η ελπίδα επιστρεφει στις 22 Ιούνη: ο ποιητής θα αναχωρησει την επομένη για τη Ρώμη. Περνουν δύο μήνες. Στη συνέχεια, ερχεται η τελική κατάρρευση, επειτα από νέες ερωτικές αποτυχίες. Στο Τορίνο, στις 14 αυγουστου, ξαναγράφει: «Ακομη κι αυτή τελειώνει με τον ίδιο τρόπο. Ακομη κι αυτή. Ας είναι. Κύματα είναι τουτης της θάλασσας.»

    ReplyDelete
  5. Από τα δέκα ποιήματα που κλείνουν την πιο θλιβερή συναισθηματική περιπέτεια του Pavese, και δημοσιεύθηκαν μετά τον θάνατό του το 1951, το τελευταίο, στην αγγλική γλώσσα, μας εισαγάγει καλύτερα στο θέμα του ποιήματος «Ο θάνατος θαρθει…». Ο ποιητής το έγραψε, πιθανότατα στη Ρώμη, στις 11 Απριλίου 1950, μετά την αναχώρηση της Costance. Παραθέτουμε την μετάφραση του Ίταλο Καλβίνο, ο οποίος επιμελήθηκε και την οριστική έκδοση όλων των ποιημάτων του Pavese. Τρία σύντομα τετράστιχα: «Ήταν απλά ένα φλερτ, / σίγουρα εσυ το ήξερες / κάποιος πληγώθηκε, / πριν από πολύ καιρό. / Κι ολα είναι ίδια. / Ο χρόνος πέρασε / Μια μέρα ερχεσαι, / μια μέρα θα πεθάνεις. / Κάποιος είναι νεκρός, / πριν από πολυ καιρό / κάποιος που προσπάθησε / αλλά δεν γνώριζε».

    Στο ημερολόγιο, της 25 Μαρτίου 1950, τρεις μέρες μετά τη συγγραφή του «Ο θάνατος θαρθει», γραφει: «Δεν αυτοκτονεις για την αγάπη μιας γυναίκας. Αυτοκτονείς γιατι μια αγάπη, κάθε αγάπη, μας αποκαλυπτει την γυμνια μας, την αθλιοτητα, την ανημπορια, το τίποτα».
    Σ΄ αυτή την ανθρώπινη απόγνωση («…λειπει η σαρκα, λειπει το αιμα, λειπει η ζωη» γραφει στις 17 Αύγ του 1950), είναι που εμπνέετε το ποιημα «Ο θάνατος θα ρθει και θα χει τα μάτια σου».

    Ο ποιητής σκέφτεται τη στιγμη που ο θανατος θαρθει να τον αρπαξει, και φαντάζεται ότι θα έχει τα μάτια της Costance, γιατί τώρα, όταν τα κοιτάζει, βλέπει ότι η έκφραση της είναι γεματη από φοβο και απογοήτευση, σαν να βλεπει σ΄αυτόν μια υπαρξη ηδη χωρις ζωη.

    Και είναι πραγματι ετσι, γιατι το αισθάνεται ότι ο θάνατος τον συντροφεύει από το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος, κουφός. Δυο επιθετικοί προσδιορισμοί που σαφώς προμηνύουν μια αυτοκτονική διαθεση: ο θάνατος χτυπά την πόρτα επίμονα, δουλευει υποκωφα για να γκρεμισει τις τελευταιες αντιστασεις της ψυχης. «σαν μια παλιά τύψη ή ένα παράλογο βιτσιο». Για να απαλλαγεί υπαρχει μονο ένα τροπος: να ανοιξει διαπλατα την αγκαλια σαν να ηταν η ιδια η Costance που τωρα τον κοιτάζει, αναστατωμενη και σιωπηλη. Ακόμη κι ο θάνατος θα έχει αυτά τα μάτια: που θα είναι μια ματαιη λέξη, μια σιωπηλη κραυγή, όπως τώρα στις θλιβερές συναντήσεις τους: ερωτας και θάνατος όπως παλια.

    Αυτά τα μάτια, που πληγωνουν βάναυσα τον ποιητή, είναι αυτά που αντικρίζει εκεινη κάθε πρωί όταν κοιταζεται μεσα στον καθρέφτη και τον σκεφτεται. Είναι μια καθοριστική, υστερη ματιά που δεν προκειται τωρα πια, ποτε να αλλαξει. Και θα είναι αυτό που εκεινη θα δωρισει στον θανατο όταν θαρθει να τον κανει δικο της, σε ένα εναγκαλισμό που θα αφαιρέσει από την καρδια του κάθε γήινη ψευδαίσθηση.

    Δεν διαφευγει στον αναγνώστη, ότι ο ποιητής χρησιμοποιεί τον πληθυντικό, όχι για συνδέσει τη προβλεπομενη θανατηφορα μοιρα του με κείνη της Costance, αλλά για να δώσει στην τραγωδία του θανάτου του ένα συμπαντικο λυρισμο. Και αυτό κανει αναφερόμενος στην ελπίδα, που μας συνοδευει μεχρι το τελευταιο βημα, όταν τελικά θα μαθουμε (η ελπίδα το γνωρίζει ήδη), πως είναι η ζωή και πως είναι το τίποτα, γιατί μετά την επίγεια ζωή θα κατελθουμε σιωπηλοι στη δίνη της αβυσσου, όπως λεει παραστατικα στο τελος ο ποιητής, που με τη σκεψη ταξιδευει στα παναρχαια παγανιστικα ποτάμια του κατω κοσμου.

    Για τον κάθενας μας ο θάνατος έχει ένα βλεμμα, μας λέει ο ποιητής στην αρχη της δεύτερης στροφής. Όμως ποιανού? Εκεινων που μας έκαναν να υποφέρουμε στη ζωή, επιταχύνοντας το τέλος μας?. Είναι λογικο. Γι 'αυτόν, ο θάνατος θα έχει τα μάτια της Costance.

    (Μεταφραση: da Antologia popolare di poeti del Novecento, a cura di Vittorio Masselli e Gian Antonio Cibotto)

    ReplyDelete