Visualizzazione post con etichetta ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.. Mostra tutti i post
Visualizzazione post con etichetta ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.. Mostra tutti i post

31/12/19

Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη




Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη

Καλά Χριστούγεννα και καλή χρονιά! Εγω σ’ αγαπώ και πιστεύω σε εσένα ότι υπάρχεις! Πιστεύω στο Πνεύμα των Χριστουγέννων! Αλλα θα ήθελα να σου κάνω μια ερώτηση. Γιατί κανένας δεν πιστεύει στην τάξη ότι υπάρχεις; Είμαι η μόνη που πιστεύω. Δεν καταλαβαίνω. Αφού υπάρχεις! Τα πράγματα που δεν βλέπεις είναι αληθινά! Μα γιατί δεν πιστεύουν; Τέλος πάντων. Δεν με πειράζει. Εγω πιστεύω με ολη μου την καρδιά! Φέτος τα πήρα όλα 10 στο 1τρίμηνο. Τώρα θα είναι μάλλον το τελευταίο δώρο που θα μου κάνεις. Θα ήθελα να μου πάρεις εάν θέλεις και μπορείς κι αν ήμουν καλό παιδί φέτος, εργαστήριο με τα Blidos Minies η τα αυτοκόλλητα που τα ζωγραφίζω τα Gelarty. Ένα από τα δυο. Όποιο θέλεις εσύ να μου πάρεις. Αν μπορείς πάρε μου και τα δυο αλλιώς μόνο το ένα. Δεν με πειράζει. Και στο τζάκι έχω βάλει κατι γλυκίσματα. Αν θέλεις πάρε ένα να γλυκαθείς!
Σ΄αγαπώ πολύ Άγιε μου Βασίλη!
Είσαι ο καλύτερος!
Νικόλ.

Καλή Χρονιά σε όλο τον κόσμο!
Και ιδιαίτερα σε σενα Νικόλ. Τα ονειρα και οι επιθυμιες σου να γινουν πραγματικοτητα. Και να εισαι βεβαιη πως οτι πιστευουμε υπαρχει!

19/02/19

Agnese, 12.02.2019




Doveva essere il mese di febbraio,
proprio il giorno stesso del suo compleanno,
quando l'inverno si veste ancora di bianco
e gli angeli in silenzio che volano dall' alto
al loro ritorno portano le povere anime in cielo.
~12.02.2019~

✿⊱°•✿⊱°•


23/08/14

The ballad of Sacco and Vanzetti / Η μπαλάντα του Σάκκο και Βαντσέττι



Πατέρα, ναι, είμαι ένας φυλακισμένος
Δεν φοβάμαι να αποκαλύψω το έγκλημα μου
Εγκλημα είναι να εγκαταλείπεις οποιον αγαπάς 
Μόνο η σιωπή είναι ντροπή!

Και τώρα θα σου πω τι είναι εναντίον μας
Μια σκευωρία που έζησε για αιώνες
Αν πας πίσω στα χρόνια θα βρεις
Τι έχει αμαυρώσει όλη την ιστορία
Ενάντια μας είναι ο νόμος
Με την τεράστια δύναμη και ισχύ του  
Ενάντια μας είναι ο νόμος!

Η αστυνομία ξέρει πώς να κάνει έναν άνθρωπο  
Ένοχο ή αθώο
Ενάντια μας είναι όλη η δύναμη της αστυνομίας
Ψεύδονται αναίσχυντα μαζί με τους ψευδομάρτυρες
Που ολοένα θα τους χρυσοπληρώνουν
Ενάντια μας είναι η δύναμη του χρήματος
Ενάντια μας είναι το φυλετικό μίσος
Για το απλό γεγονός ότι είμαστε φτωχοί!

Αγαπητέ μου πατέρα, είμαι ένας φυλακισμένος
Μην ντρέπεσαι να μιλήσεις για το έγκλημα μου
Είναι το έγκλημα της αγάπης και της αδελφοσύνης
Μόνο η σιωπή είναι ντροπή!

Μαζί μου έχω την αγάπη και την αθωότητά
Τους εργάτες και τους φτωχούς
Για όλα αυτά αισθάνομαι δυνατός και σίγουρος
Είναι η ελπίδα μου
Η εξέγερση και η επανάσταση δεν χρειάζονται λεφτά
Χρειάζονται μονο, κόπους, φαντασία, φως και αγάπη
Και νιάξιμο (φροντίδα) για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη

Ποτέ να μην κλέψεις, ποτέ μην σκοτώσεις
Είμαστε μέρος από την ελπίδα της ζωής
Η επανάσταση περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο
Κι από καρδιά σε καρδιά
Την αισθάνομαι όταν κοιτάζω τ’ αστέρια
Εμείς είμαστε τα παιδιά της ζωής
Ο θάνατος δεν είναι, παρά ενα τίποτα!
(Μετάφραση-Velvet)

Το τραγούδι γράφτηκε από την Joan Baez, το 1972, (για το φιλμ Sacco e Vanzetti) εμπνευσμένο απο το γράμμα του Vanzetti που έστειλε μέσα απο τη φυλακή στον πατέρα του. Η μουσική είναι του Ennio Morricone.

VANZETTI - SACCO 

Στις 23-08-1927 δυο αναρχικοί Ιταλοί μετανάστες ο Nicola Sacco και Bartolomeo Vanzetti εκτελούνται στην πολιτεία της Μασαχουσέτης (ΗΠΑ) σε θάνατο. 
Είχαν κριθεί ένοχοι (σε ​​μια στημένη δίκη) για τη δολοφονία ενός ταμία και ενός φύλακα ασφαλείας κατά τη διάρκεια ληστείας σε ενα εργοστάσιο. Ακριβώς πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό τους, στις 23 Αυγούστου 1977, ο Μάικλ Δουκάκις, κυβερνήτης της πολιτείας της Μασαχουσέτης, αναγνώρισε επίσημα τα λάθη που έγιναν κατά τη διάρκεια της δίκης και αποκατέστησε τη μνήμη τους.
Οι Σάκο και Βαντσέτι καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν όχι μόνο για τις ιδέες τους, αλλά και εξαιτίας των κοινωνικών και πολιτικών προκαταλήψεων της εποχής.
Αγωνίστηκαν για τα δικαιώματα των μεταναστών εργατών, ενάντια στον ρατσισμό και τις διακρίσεις, και για αυτούς τους λόγους κατηγορήθηκαν άδικα.
Ο δικαστής Thayer, στην αιτιολογία της απόφαση, υποστήριξε κυνικά ότι: «Ακόμα κι αν οι κατηγορούμενοι δεν έχουν διαπράξει τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούνται, είναι ένοχοι επειδή είναι εχθροί των σημερινών καθιερωμένων θεσμών».

Περισσοτερα εδω: Σάκκο και Βαντσέττι

22/04/14

Alla memoria


Henri Fantin-Latour - Crisantemi


Beate le creature solitarie
che non hanno mai avuto un abbraccio di conforto  
o una carezza d'amore
né baciate dalle labbra degli amanti.

✿⊱°•

~Alla memoria della zia Pina~

30/06/13

Το τελευταίο τανγκό στο Παρίσι




Στο Παρίσι μια νεαρή κοπέλα ψάχνει να νοικιάσει ένα διαμέρισμα. Σε ένα από αυτά συναντά τον Πωλ. Αυτό το άδειο διαμέρισμα γίνεται ο μυστικός χώρος συνάντησης ενός αυτοκαταστροφικού έρωτα.

Ανάμεσα σε αυτούς τους τέσσερις τοίχους, πρέπει να ξεχάσεις ποιος είσαι. Το παρελθόν σου, το όνομα σου, τη ζωή σου. Δεν χρειάζεται να διηγηθείς τίποτα. Μόνο η σαρκική επιθυμία εχει σημασία.

Οταν ο έρωτας γίνεται γλυκός και βίαιος μαζι. Το σεξ λειτουργεί ως αντίδοτο στη μοναξιά ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Μια ακραία σεξουαλική σχέση, ένα σκοτεινό ερωτικό δράμα που οδηγεί σε τραγικό τέλος για τον έναν από τους δυο εραστές. Ενα μοιραίο παιχνίδι ανάμεσα στην ηδονή και τον θάνατο. 

- Δεν ξέρω πώς να σε φωναξω?
- Δεν έχω όνομα
- Θέλεις να μαθεις το δικό μου?
- Oχι δεν θέλω να ξέρω πως σε λένε, δεν εχεις όνομα ουτε εσύ, ουτε εγώ, 

κανένας μας δεν εχει όνομα, δεν υπάρχουν ονόματα εδω μέσα.

η συνάντηση...
το πάθος...
η υπόσχεση…
το τέλος

Η πιο ερωτική ταινία
Eνας μοναδικός Μάρλον Μπράντο

Μια γλυκύτατη Μαρία Σνάιντερ 
(V)
_____________
Video: Ultimo Tango a Parigi (1972)



26/01/13

Η ιστορία του Sami Modiano


SAMI MODIANO

Ο Sami Modiano (Σαμουήλ Μοδιάνο) απελάθηκε από τη Ρόδο τον Ιούλιο του 1944, μαζί με ολόκληρη την κοινότητα των 2.500 Εβραίων που ζούσαν εκεί. Στην πραγματικότητα, το «ταξίδι» του Sami προς την κόλαση είχε ήδη ξεκινήσει πριν από εκείνη την ημερομηνία. Ήταν μόλις οκτώ ετών, στην τρίτη δημοτικού, όταν τον κάλεσε ο διευθυντής για να του ανακοινώσει ότι αποβάλλεται από το σχολείο και ότι τους λόγους θα τους μάθαινε από τον πατέρα του. Για τον Sami, ένα οκτάχρονο αγόρι, η εκπαίδευση τελείωνε απότομα στην τρίτη τάξη. (Αιτία ήταν οι φυλετικοί νόμοι του Μουσολίνι —καθώς η Ρόδος ανήκε στην Ιταλία εκείνη την εποχή— βάσει των οποίων οι Εβραίοι στερούνταν το δικαίωμα στην εκπαίδευση).

Τον Ιούλιο, σε ηλικία δεκατριών ετών, ο ίδιος και ολόκληρη η εβραϊκή κοινότητα απελάθηκαν από το νησί με πλοία μεταφοράς βοοειδών: 500 άτομα σε κάθε πλοίο, σε έναν περιορισμένο χώρο όπου δεν μπορούσες ούτε να καθίσεις, ανάμεσα σε περιττώματα ζώων, βρωμιά και μια ανυπόφορη δυσοσμία. Χρειάστηκε μια εβδομάδα μέχρι να φτάσουν στο λιμάνι του Πειραιά. Από εκεί, ακολούθησε ένα ταξίδι τριών εβδομάδων με τρένο προς την Πολωνία, κάτω από το αυγουστιάτικο λιοπύρι, με πέντε κουβάδες νερό σε ενα βαγόνι όπου ήταν στριμωγμένα 90 άτομα. Τρεις εβδομάδες —τρεις ατέλειωτες εβδομάδες— με μια στάση την εβδομάδα για να πετάξουν έξω τα πτώματα και να ξαναγεμίσουν τους πέντε κουβάδες με νερό.

Στο τέλος η άφιξη στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου (Αουσβιτς ΙΙ-Μπιρκενάου το στρατόπεδο εξόντωσης όπου δολοφονήθηκαν περίπου ένα εκατομμύριο άνθρωποι, κυρίως Εβραίοι, Σίντι και Ρομά) και ο διαχωρισμός ανδρών και γυναικών. Ο Sami κατάφερε να μείνει με τον πατέρα του, Giacobbe (Ιάκωβο), αλλά βλέπει την αδελφή του, Lucia (Λουκία), μόλις τρία χρόνια μεγαλύτερή του, να την αρπάζουν βίαια. Απέναντί τους βρισκόταν ένας Γερμανός αξιωματικός, του οποίου το όνομα ο Sami δεν θέλει καν να προφέρει. Μετά από μια φευγαλέα ματιά σε κάθε κρατούμενο και με το δάχτυλο υψωμένο δείχνοντας δεξιά ή αριστερά,  αποφάσιζε αν κάποιος ήταν ικανός για εργασία ή αν έπρεπε να οδηγηθεί «κάπου αλλού». Σε αυτό το «κάπου αλλού», που ο Σάμι θα ανακάλυπτε αργότερα ότι ήταν οι θάλαμοι αερίων.

Από τους 2.500 κρατούμενους, επιλέχθηκαν αρχικά για εργασία 350 άνδρες και 250 γυναίκες (τελικά επέζησαν συνολικά μόνο 140 άτομα). Οι υπόλοιποι 1.800-1.850 οδηγήθηκαν αμέσως στους θαλάμους αερίων, ανάμεσά τους και τα περισσότερα παιδιά. Φίλοι, σύντροφοι, παιδιά φίλων, συγγενείς, γείτονες, όλοι στους θαλάμους αερίων. Με μια απλή κίνηση ενός δακτύλου. Ο ίδιος ο Sami και ο πατέρας του τοποθετήθηκαν στο Lager A, αλλά σε ξεχωριστά μπλοκ, ενώ η αδελφή του, Lucia, στο Lager B. «Ήμασταν τυχεροί», λέει ο Sami, «τουλάχιστον ήμασταν μαζί και ζωντανοί». Στη συνέχεια το σημάδεμα με τον αριθμό: «Μας έβαλαν να ακουμπήσουμε το αριστερό μπράτσο πάνω σε ένα τραπέζι: Giacobbe Modiano, αριθμός B-7455, και Samuel Modiano, B-7456.  Ανάμεσα στον Ιακώβ και τον Σάμι, ένας αριθμός μόνο διαφορά».

Ο Sami συνεχίζει την ιστορία του, περιγράφοντας τις απάνθρωπες συνθήκες, την φρίκη και την ταλαιπωρία που έζησε: το τσουχτερό κρύο, την υγρασία, τα πρησμένα πόδια και μια λεπτή πιτζάμα να τον τυλίγει στους -15 °C. Κάθε βράδυ, πήγαινε να δει και να μιλήσει στον πατέρα του. Τον παρακαλούσε να του επιτρέψει να πάει να δει την αδελφή του, κι εκείνος σιωπηλά τον αφήνει. Ο Sami θα περπατήσει αρκετές φορές κατά μήκος του συρματοπλέγματος που χώριζε το Lager Α από το Lager Β, ελπίζοντας να δει τη Lucia. Την τέταρτη μέρα, μια τυχαία διασταύρωση βλεμμάτων και μια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά. Προσπαθεί να δει καλύτερα, αλλά δεν μπορούσε να το πιστέψει, του φαινόταν αδύνατο. Αυτό που τελικά διέκρινε ήταν μια σκελετωμένη κοπέλα με ξυρισμένο κεφάλι και ριγέ πιτζάμα να τον χαιρετά. Ήταν η Lucia, η δική του Lucia, «που ήταν ένα πανέμορφο κορίτσι με μαύρα μαλλιά», μα τώρα δεν ήταν παρά ένας ζωντανός σκελετός.

Ο Sami θα τρέξει με λαχτάρα να ανακοινώσει στον πατέρα του ότι η Lucia ήταν ζωντανή αλλά εξαθλιωμένη και έδειχνε να υποφέρει πολύ. Από εκείνη τη στιγμή, ο πατέρας του άλλαξε, έγινε άλλος άνθρωπος. «Τον ρώτησα αν ήθελε να έρθει μαζί μου ένα βράδυ», λέει ο Sami, αλλά εκείνος δεν μου απάντησε, απλώς κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Κι εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω αυτήν του την άρνηση και άδικα τον επέκρινα μέσα μου. Αργότερα κατάλαβα το γιατί: δεν ήθελε να τη δει σε αυτή την τραγική κατάσταση. Ήθελε να τη διατηρήσει στη μνήμη του όμορφη όπως ήταν». Για τρεις ή τέσσερις ημέρες, ο Sami συναντούσε κρυφά τη Lucia, μέχρι ότου εκείνη δεν εμφανίστηκε ξανά. Από τότε, ο μικρός Sami δεν είδε ποτέ ξανά την αγαπημένη του αδελφή.

Ένα βράδυ του είπε ο πατέρας του: «Αν αύριο δεν με βρεις, μην ανησυχείς, πρέπει να πάω στο αναρρωτήριο. Εσύ να είσαι δυνατός, μη φοβάσαι, θα τα καταφέρεις». «Ήξερα, σε ηλικία 14 ετών, τι σήμαινε η φράση "πάω στο αναρρωτήριο"», θυμάται ο Sami. Όλοι όσοι πήγαιναν εκεί, κατέληγαν στους θαλάμους αερίων. «Όχι μπαμπά, δεν πρέπει να πας! Όχι, όχι, όχι!». «Μην ανησυχείς, θα με φροντίσουν έχω τα πόδια μου πρησμένα», ήταν η απάντηση του πατέρα του. «Καταλάβαινα ότι ο πατέρας μου αισθανόταν πως δεν θα καταφέρναμε να βγούμε ζωντανοί και είχε αποφασίσει να δώσει ένα τέλος. Μέσα σε λίγο καιρό έχασα τα πιο όμορφα πράγματα που είχα στη ζωή μου». (Ο Sami είχε χάσει τη μητέρα του ήδη από την ηλικία των δέκα ετών, ενώ ο πατέρας του επέλεξε να παραδοθεί στο αναρρωτήριο όταν έμαθε για τον θάνατο της κόρης του).

Φτάνει ο Ιανουάριος του ’45. Στο μεταξύ, ο Sami σκεφτόταν όλο και συχνότερα να αυτοκτονήσει πέφτοντας πάνω στα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα. Θα το προσπαθήσει  αρκετές φορές, όμως κάθε φορά κάτι που δεν μπορούσε να προσδιορίσει, όπως λέει, τον κρατούσε σφιχτά από το χέρι. Οι Σοβιετικοί βρίσκονταν ήδη κοντά και οι Γερμανοί αποφασίζουν να μετακινήσουν τους κρατούμενους του Μπιρκενάου στο κεντρικό Άουσβιτς, ώστε να προλάβουν να καταστρέψουν τα κρεματόρια και να μην αφήσουν κανένα ίχνος για όσα πραγματικά συνέβαιναν εκεί. Ακολούθησε μια πορεία θανάτου τριών χιλιομέτρων μέσα στο χιόνι και το τσουχτερό κρύο, με όλους τους κρατούμενους σε κατάσταση απόλυτης εξαθλίωσης. Ο Sami ήταν πλέον ένας σκελετός, δεκατεσσάρων ετών και έξι μηνών. Περπάτησε με δυσκολία για δύο χιλιόμετρα. Τότε, εντελώς εξαντλημένος, λύγισε και έπεσε μπρούμυτα, με τις παλάμες στον αυχένα. «Ήξερα ότι σύντομα θα δεχόμουν μια σφαίρα στο κεφάλι, το ήξερα, το ένιωθα, αλλά ήμουν γαλήνιος».

«Εδώ παιδιά μου συνέβη κάτι περίεργο, που δεν περίμενα ποτέ να συμβεί. Κατά τη διάρκεια της πορείας κανένας δεν μπορούσε να σταματήσει, πόσο μάλλον να βοηθήσει ο ένας τον άλλον. Δεν ξέρω πώς συνέβη αλλά είναι αρκετά παράξενο και ανεξήγητο. Πώς μπόρεσε να συμβεί; Δύο "φύλακες άγγελοι" με άρπαξαν από τις μασχάλες και με έσυραν στο τελευταίο χιλιόμετρο. Τότε έχασα τις αισθήσεις μου. Όταν ξύπνησα βρισκόμουν στο Άουσβιτς, κοντά σε έναν σωρό από παγωμένα πτώματα. Στα εκατό πενήντα μέτρα μπροστά μου υπήρχε ένα κτίριο. Σύρθηκα με δυσκολία, αν δεν ήθελα να πεθάνω παγωμένος, έπρεπε να φτάσω εκεί. Εκεί βρίσκονταν ο Piero Terracina και ο Primo Levi. Εκεί μας βρήκαν αργότερα οι νοσοκόμες»

Ο Sami τα αφηγείται όλα αυτά με κομμένη ανάσα και συχνά επαναλαμβάνει: «Γιατί; Γιατί εγώ; Γιατί εγώ και όχι οι άλλοι;». Για πολλά χρόνια, αυτά τα ερωτήματα τον βασάνιζαν. Μέχρι που αποφάσισε να επισκεφτεί σχολεία για να διηγηθεί την ιστορία του. Μέχρι που συνειδητοποίησε ότι η απάντηση στο βασανιστικό ερώτημα «ΓΙΑΤΙ» θα μπορούσε να είναι:
«Γιατί όλα αυτά έπρεπε να τα διηγηθείς εσύ, Sami».
«Γιατί οι νέες γενιές δεν πρέπει να ξαναδούν αυτά που είδαν τα μάτια σου».
--------------------------------
(Αυτή είναι η συγκλονιστική ιστορία του Sami, η ιστορία ενός δεκατετράχρονου αγοριού που επέζησε από το στρατόπεδο εξόντωσης Άουσβιτς-Μπιρκενάου).

Ο Samuel Modiano (Σαμουήλ Μοδιάνο) γνωστός ως «Sami», είναι ένας από τους τελευταίους επιζώντες του Ολοκαυτώματος. Γεννήθηκε το 1930 στη Ρόδο και σήμερα ζει μεταξύ της Όστιας (Ρώμη) και της Ρόδου. Τον χειμώνα επισκέπτεται σχολεία και πανεπιστήμια σε ολόκληρη την Ιταλία για να διηγηθεί τη δική του ιστορία και να μεταφέρει τη φρίκη των στρατοπέδων εξόντωσης, αναδεικνύοντας το πόσο εύκολο είναι να φυτευτεί και να δηλητηριάσει τις καρδιές των ανθρώπων το πιο άγριο φυλετικό μίσος. Το καλοκαίρι επιστρέφει στη Ρόδο, προκειμένου να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη της κοινότητάς του και αυτής της τρομακτικής ιστορίας που σημάδεψε τη ζωή του.

Σήμερα 27 Ιανουαρίου 2013. 
Διεθνής Ημέρα Μνήμης Θυμάτων Ολοκαυτώματος!
___________________________
Από την ομιλία του Sami Modiano στις 12-03-2012 στο σχολείο San Vito Romano, (Roma) 
Κείμενο που μετέφρασα απο το blog της καθηγήτριας Cristina Galizia.
Prof.ssa Cristina Galizia, http://arringo.blogspot.it,
Docente di Lettere presso l'Istituto Comprensivo di San Vito Romano (RM)
 

03/11/12

Ciò che dovevi dire / Ότι έπρεπε να πεις




Ciò che dovevi dire alla persona cara 
resta per sempre dentro di te; 
lei sta la, sotto terra, 
e non puoi piu' guardarla negli occhi, 
abbracciarla, dirle quello 
che non le avevi ancora detto
Susanna Tamaro - (Va dove ti porta il cuore)

Αυτό που έπρεπε να πεις στον αγαπημένο σου 
μένει για πάντα μέσα σου
εκείνος βρίσκεται εκεί, κάτω από την γη
και δεν μπορείς στα μάτια πια να τον κοιτάξεις
να τον αγκαλιάσεις και να του πεις
αυτό που δεν του είχες πει ακόμα.
Σουζάνα Ταμάρο - (Πήγαινε όπου η καρδιά σε πάει)

______________
Video: Anne Clark - Poem without words

11/08/12

Abebe Bikila - Όταν τα ξυπόλητα πόδια πετούν




Ένας άντρας αδύνατος και ξυπόλητος τρέχει στην αρχαία ρωμαϊκή οδό Via Appia. Φοράει μια πράσινη φανέλα με το νούμερο 11. Μοιάζει να πετάει. Τερματίζει με τα χέρια ψηλά περνώντας κάτω από την πύλη του Κων/νου, κάνοντας παγκόσμιο ρεκόρ στο μαραθώνιο της Ρώμης τον Σεπτέμβριο του 1960. Είχε τρέξει 42,195 μέτρα, ξυπόλητος και τρώγοντας μονάχα ένα πορτοκάλι. Είναι ο 28 χρόνος, Αιθίοπας Abebe Bikila ο πρώτος Αφρικανός αθλητής που κέρδισε χρυσό μετάλλιο σε ολυμπιακούς αγώνες. 

Όταν ρωτήθηκε γιατί έτρεξε ξυπόλητος, ο Bikila απάντησε: «Ήθελα ο κόσμος να μάθει ότι η χώρα μου, η Αιθιοπία κερδίζει πάντα με αποφασιστικότητα και ηρωισμό» Στην εκκίνηση του αγώνα είχε παρουσιαστεί ξυπόλητος, γιατί τα παπούτσια τον ενοχλούσαν όπως είπε.

Τέσσερα χρόνια αργότερα το 1964, ο Abebe Bikila συμμετέχει σ' εναν άλλο μαραθώνιο στους Ολυμπιακούς αγώνες του Τόκιο. Έξι εβδομάδες πριν τον αγώνα είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για σκωληκοειδίτιδα. Στην εκκίνηση εμφανίστηκε σε άσχημη κατάσταση και κουτσαίνοντας. Παρόλα αυτά κατάφερε να νικήσει για δεύτερη φορά κάνοντας παγκόσμιο ρεκόρ. Αυτή την φορά φορώντας παπούτσια.

Το 1969, οδηγώντας ένα VW σκαραβαίο κοντά στην Αντίς Αμπέμπα, είχε ένα ατύχημα. Παρά τις θεραπείες που ακολούθησε δεν κατάφερε να ξαναπερπατησει. Έμεινε παράλυτος στα κάτω άκρα.

Αυτό δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει να αγωνίζεται: στην τοξοβολία, πινγκ-πονγκ, ακόμη και σε κούρσα στο πάγο (στη Νορβηγία). Να συμμετάσχει και στους παρα-ολυμπιακούς αγώνες το 1972 στη Χαϊδελβέργη στη τοξοβολία. Πέθανε το επόμενο έτος, από εγκεφαλική αιμορραγία σε ηλικία 41 ετών.

Ο Abebe Bikila (1932-1973) ("Abebe" σημαίνει «ανθισμένο λουλούδι») μπορεί να θεωρηθεί ως ο μεγαλύτερος μαραθωνοδρόμος όλων των εποχών και ίσως από τους μεγαλύτερους αθλητές στην ιστορία. Δυο φορές ολυμπιονίκης το 1960 και 1964. Κέρδισε 14 από τους 15 μαραθώνιους που έτρεξε στην καριέρα του. (Ένας απο αυτούς ήταν και στην Αθήνα)
(V)

Foto: 
Ο Abebe Bikila στους ολυμπιακούς αγώνες στη Ρώμη, 10-09-1960
-Ξυπόλητος φόρεσε τα παπούτσια σε όλους-
(Ο αγώνας στην Ρώμη τελείωσε αργά το βράδυ λόγω του καλοκαιρινού καύσωνα.  Για τον φωτισμό κατά μήκος του δρόμου, χρησιμοποιήθηκαν αναμμένοι πυρσοί για να βλέπουν δρομείς και θεατές).
 _____________________

Ο Ευκλής (ο ταχύς στους πόδας) ήταν Αθηναίος οπλίτης και μαραθωνομάχος.  Φορώντας τον οπλισμό του, έτρεξε από τον Μαραθώνα στην Αθήνα (42,195 μέτρα) μεταφέροντας  το μήνυμα της νίκης των Ελλήνων κατά των Περσών το 490πχ.  Μπροστά στους Αθηναίους που τον περίμεναν στο Ναό του Ολυμπίου Διός, ανήγγειλε την ιστορική φράση «Νενικήκαμεν» και εξαντλημένος εξέπνευσε. Στους πρώτους ολυμπιακούς αγώνες στην Αθήνα το 1896 και προς τιμή του, καθιερώθηκε ως αγώνισμα δρόμου ο μαραθώνιος μια απόσταση ακριβώς 42,195 μέτρων.
Ο πρώτος ολυμπιονίκης μαραθωνοδρόμος το 1896 στην Αθήνα, ήταν ο νερουλάς, Σπύρος Λούης  που τερμάτισε πρώτος μεταξύ 18 αθλητών.
_____________________

Ένας άλλος μεγάλος μαραθωνοδρόμος ήταν ο Έλληνας αθλητής από την Κύπρο Στέλιος Κυριακίδης (1910-1987) Έμεινε γνωστός για την μεγάλη νίκη του στο Μαραθώνιο της Βοστώνης το 1946. Για τον μεγάλο αυτό αθλητή και Ελληνα αξίζει να διαβάσετε περισσότερα εδω: Στέλιος Κυριακίδης  

28/02/12

André Gorz - Γράμμα στην Ντοριν / Ιστορία ενός έρωτα


«Μόλις συμπλήρωσες τα ογδόντα δυο, όμορφη, χαριτωμένη, ποθητή. Έχεις κοντύνει κατά έξη εκατοστά και δεν ζυγίζεις παρά μονο σαράντα πέντε κιλά. Ζούμε 58 χρόνια μαζί και σ' αγαπώ σήμερα, περισσότερο από ποτέ. Προσφάτως σε ξανα-ερωτεύτηκα άλλη μια φορά, και να γνωρίζεις, ότι φέρω μέσα μου ένα "κενό", το οποίο εντούτοις με κατακλύζει, και που ξεπερνιέται κάθε φορά μόνον όταν σε αγκαλιάζω»

«Τη νύχτα βλέπω μερικές φορές την εικόνα ενός ανθρώπου σε ένα άδειο δρόμο κι ένα έρημο τοπίο να περπατά πίσω από μια νεκροφόρα. Αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ. Κι εσύ εκείνη που η νεκροφόρα μεταφέρει. Δεν θέλω να παρακολουθήσω την καύση σου. Δεν θέλω να παραλάβω ένα βάζο με την στάχτη σου.»

«Ακούω τη φωνή της Kathleen Ferrier να τραγουδά, (Die Welt ist Leer, Ich θα Leben nicht mehr) (ο κόσμος είναι άδειος, δεν έχω καμία επιθυμία να ζήσω) και ξυπνάω. Αφουγκράζομαι την αναπνοή σου, το χέρι μου σε αγγίζει. Και οι δυο θα θέλαμε να μην χρειαστεί να ζήσουμε μετά τον θάνατο του άλλου. Έχουμε πει πολλές φορές ο ένας στον άλλο πως στην απίθανη περίπτωση που θα είχαμε μια δεύτερη ζωή, θα θέλαμε να την περάσουμε μαζί»

«Σου γράφω για να καταλάβω τι έζησα, τι ζήσαμε μαζί. Χρειάζεται ν’ ανασυνθέσω την ιστορία του έρωτά μας για να κατανοήσω όλο το νόημά της. Αυτή μας έκανε να γίνουμε αυτό που είμαστε, ο ένας με τον άλλον και ο ένας για τον άλλο»
«Μαζί σου κατάλαβα, πως η ηδονή δεν είναι κάτι που το παίρνουμε ή το δίνουμε. Είναι τρόπος να δίνεσαι και να ζητάς το δόσιμο του άλλου»
------------------------
Αυτά γράφει στην τελευταία επιστολή του ο γάλλος φιλόσοφος Αντρέ Γκορζ, στη γυναίκα της ζωής του Ντοριν. Που τη βλέπει να γίνεται ογδόντα δυο χρονών, να κατανικιέται απο μια ανίατη ασθένεια να ζυγίζει «όλο κι όλο σαράντα πέντε κιλά», αλλά να παραμένει ακόμα, «όμορφη, γοητευτική και επιθυμητή».

(Τον Σεπτέμβριο του 2007, ο Αντρέ και η Ντορίν ύστερα από μια μακρόχρονη συμβίωση 58 ετών, αποφασίζουν να φύγουν κι οι δυο μαζί. Τους βρίσκουν νεκρούς, ξαπλωμένους και τους δυο πλάι-πλάι. Κοντά τους μερικές επιστολές προς συγγενείς και φίλους. Όμως όσα χρειάζεται να ειπωθούν, έχουν ήδη γραφτεί ένα χρόνο πριν, στο γράμμα που ο ίδιος ο Γκορζ της είχε ήδη απευθύνει).

Αντρέ Γκόρζ – «Γράμμα στην Ντ.» Ιστορία ενός έρωτα
Τα αποσπάσματα προέρχονται απο το βιβλιο που έγραψε ο Γκορτζ πρός την Ντοριν το 2006. Μια ερωτική εξομολόγηση και ταυτόχρονα μια προαναγγελία θανάτου. Ένα χρόνο μετά αυτοκτόνησε μαζί με τη σύζυγό του, που αγάπησε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
(V)

Foto:
André Gorz & Dorin (1947)


01/10/11

Lady Greensleeves / Η κυρία με τα πράσινα μανίκια




Ο θρύλος λέει ότι η σύνθεση του τραγουδιού έγινε από τον Ερρίκο Η΄ της Αγγλίας (1491-1547) για τη μέλλουσα σύζυγό του Anne Boleyn. Η ίδια φαίνεται ότι είχε μια δυσμορφία στο χέρι που την ανάγκαζε να το καλύπτει με μακριά μανίκια εξ ου και ο τίτλος Greensleeves, (πράσινα μανίκια) ωστόσο θα μπορούσε επίσης να είναι και μια παραλλαγή ενός προγενέστερου GreenLeaves, (πράσινα φύλλα)

Η Anne Boleyn ήταν η δεύτερη σύζυγος του Ερρίκου Η΄, που αρχικά απέρριψε τις ερωτικές φιλοφρονήσεις του βασιλιά, και πιθανόν οι στίχοι του τραγουδιού να αναφέρονται σε αυτή την "μη ευγενική απόρριψη" της αγαπημένης του. Ήταν λεπτή κι αδύνατη με σκουρόχρωμη επιδερμίδα  μια εμφάνιση που δεν συμβάδιζε με τα πρότυπα ομορφιάς της εποχής. Αλλά τα μαύρα μαλλιά και τα σκούρα της μάτια ήταν τόσο σαγηνευτικά όσο και ο τρόπος που ντυνόταν. Το τέλος της όμως ήταν φρικτό: φυλακίστηκε και αποκεφαλίστηκε με τις κατηγορίες της προδοσίας και της μαγείας. Συνολικά ο Ερρίκος Η΄ απέκτησε έξι συζύγους.

Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, ο ανώνυμος δημιουργός του τραγουδιού να ήταν ένας προδομένος εραστής που το έγραψε για μια «κοινή» γυναίκα. Εκείνη την εποχή, το πράσινο χρώμα (green) συνδεόταν με την «ελαφρών ηθών» συμπεριφορά, καθώς παρέπεμπε στους λεκέδες από γρασίδι στα ρούχα μιας γυναίκας που είχε ξαπλώσει στην ύπαιθρο με τον εραστή της. Άλλωστε, το τραγούδι γράφτηκε στα τέλη του 16ου αιώνα, αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο του Ερρίκου Η΄.

Όπως συνηθίζεται στην παραδοσιακή μουσική, το κομμάτι διαδιδόταν για πολλά χρόνια προφορικά ή μέσω χειρογράφων. Η πρώτη επίσημα καταγεγραμμένη έκδοσή του χρονολογείται από το 1580.
Το Green-Sleeves είναι ένα παραδοσιακό αγγλικό λαϊκό τραγούδι και η μελωδία του βασίζεται σε μια μουσική φόρμα που ονομάζεται Romanesca.

Παρακάτω μια αρχική αναγεννησιακή έκδοση του τραγουδιού, όπως την γνωρίζουμε σήμερα σε μετάφραση μου:

Alas my love you do me wrong
To cast me off discourteously,
And I have loved you oh so long
Delighting in your company.
Greensleeves was all my joy
Greensleeves was my delight,
Greensleeves was my heart of joy
Greensleeves was my heart of gold
And who but my lady Greensleeves.

Μετάφραση
Ωιμέ αγάπη μου εσείς με πληγώνεται
Και χωρίς ευγένεια μου αρνείστε
Ενώ εγώ σας έχω αγαπήσει τόσο πολύ
Απολαμβάνοντας την συντροφιά σας
Η πράσινο-μάνικη ήταν η χαρά μου
Η πράσινο-μάνικη ήταν η ευτυχία μου
Η πράσινο-μάνικη ήταν η χαρά της καρδιά μου
Η πράσινο-μάνικη ήταν η χρυσή καρδιά μου
Και ποιος άλλος, από την πρασινο-μάνικη κυρία μου
...................................
Ευχαριστώ τον Mr. Cloud που έγραψε αυτή την όμορφη ιστορία και μου τη ξαναθύμισε. Αξίζει να διαβάσετε εδω:  Clouds in the mirror
Οι πληροφορίες είναι από το διαδίκτυο, η επιμέλεια του κειμένου δική μου.
(V)
_____________________________
Πίνακας ανάρτησης:
My Lady Greesleeves 1864 by Dante Gabriel Rossetti  (1828-1882).
Άγγλος ζωγράφος και ποιητής

Υπάρχουν αρκετές διασκευές και παραλλαγές της αρχικής μελωδίας Greensleeves. 
Επέλεξα αυτή απο τους Blackmore's – Night που μου αρέσει περισσότερο.



02/09/09

Το μικρό βότσαλο του Σεπτέμβρη



Έσκυψε και μάζεψε ένα μικρό βότσαλο δίπλα στο κύμα. Του τράβηξε απαλά το χέρι και το έσφιξε ανάμεσα στα δάχτυλα της. Κοίταξε το αγόρι βαθιά στα μάτια και του ψιθύρισε:
«Κράτησε το, να με θυμάσαι».
Το αγόρι την κοίταξε λυπημένα.
«Θα ξανάρθεις; Μου το υπόσχεσαι;»
Ο απογευματινός ήλιος έκανε το νερό να λαμπυρίζει πάνω της. Ένα αμυδρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Του μάζεψε τα βρεγμένα μαλλιά από το μέτωπο.
«Θα ξανάρθω...»
Πλησίασε και τον φίλησε απαλά στο μάγουλο. Τα χείλη της έτρεμαν, τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Δυο αλμυρές στάλες δακρύων κύλησαν στο πρόσωπο του. 
Και τότε όλα σώπασαν...
Την κοιτούσε να απομακρύνεται αργά μέχρι που χάθηκε ανάμεσα στα βράχια.
Ήταν αρχές Σεπτέμβρη...

Από τότε πέρασαν πολλά καλοκαίρια κι αρκετοί Σεπτέμβρηδες. Το αγόρι μεγάλωσε, όμως εκείνο το μικρό βότσαλο το κρατάει ακόμα σφιχτά μέσα στη χούφτα του.

Velvet - Σεπτέμβρης 2009

22/08/09

Η γλυκόπικρη ζωή μιας γυναίκας.



Κάποτε ήταν ένα κορίτσι, η Κατερινούλα, όμορφο με λευκή πορσελάνινη επιδερμίδα, αμυγδαλωτά σκούρα μάτια και κατάμαυρα μαλλιά, ορφανό από πατέρα. Οι εποχές δύσκολες, λίγο μετά το τέλος της κατοχής.
Η μάνα της, είχε τόσα στόματα να θρέψει, γι' αυτό την πάντρεψε στα 16 της, με έναν άγνωστο. Η μοναδική φωτογραφία του γάμου της δείχνει τόση θλίψη στα μάτια της. Ο άγνωστος την πέταξε σε μία καλύβα. Ήταν κακός μαζί της, γυρνούσε στα καφενεία κ έπινε, έπαιζε χαρτιά κ όποτε εμφανιζόταν στο σπιτικό τους, είτε της έσπερνε παιδιά είτε την χτυπούσε. Ύστερα από πολλές αποβολές, κακουχίες κατάφερε κ έφερε τρία παιδιά στον κόσμο. Δύο γιους κ το μικρότερο ένα κορίτσι. Περνούσε ο καιρός, η ζωή τους δυσκόλευε. Η Κατερινούλα άρχισε να δουλεύει νοσοκόμα πρακτικιά, εκεί κοντά στα νοσοκομεία διπλοβάρδιες για να θρέφει τα παιδιά της. Όλοι την λυπόντουσαν για την δύσκολη ζωή, όλοι την θαυμάζανε γιατί φρόντιζε με αξιοπρέπεια τα παιδιά της, ένα παιδί κι αυτή 20 χρονώ.

Κάπου στην εφηβεία τους οι γιοι της, καναν να παραστρατήσουν να αλητέψουν τότε έπαιρνε ζωνάρι κ τους χτύπαγε κ τους συνέφερνε κ τους έσπρωχνε στην δουλειά κ στις σχολές. Σήμερα δύο προκομένοι άντρες, ευκατάστατοι οικογενειάρχες, μνημονεύουν τη μανούλα τους για το καλό που τους έκανε. Η μικρή της κόρη δεν άντεχε τις κακουχίες, κλέφτηκε στα 15 και παντρεύτηκε κάποιον μεγαλύτερό της για να ξεφύγει. Εκείνη την εποχή, αφού οι γιοι πιάσαν τις δουλειές τους κ η κόρη παντρεύτηκε, η Κατερινούλα ένιωσε λεύτερη κ χώρισε τον άγνωστο κακό άντρα. Τότε αυτός κατάλαβε τα λάθη του κ σερνόταν πίσω της, όμως ήταν αργά πια.

Η κόρη της, δεν είχε καλύτερη μοίρα...σε πέντε χρόνια χώρισε και έφερε δύο εγγόνια στην Κατερινούλα ενώ εκείνη ήταν ακόμα 35 χρονώ. Η Κατερινούλα άξια πια νοσοκόμα σε δημόσιο νοσοκομείο ήταν ανεξάρτητη οικονομικά. Πήρε την κόρη κ τα εγγόνια της κ τα σκέπασε κάτω από τις πονεμένες σημαδεμένες φτερούγες της.

Τότε ήταν που γνώρισε τον Σπύρο. Ένας όμορφος μελαχροινός Σαλονικιός, συνομίληκός της, νοσοκόμος και αυτός. Ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλον κεραυνοβόλα. Η Κατερινούλα, αγάπησε! Η Κατερινούλα ένιωσε στα 35 της τον έρωτα, πετούσε, ήταν τόσο ευτυχισμένη! Ο Σπύρος την ανέβασε στα ουράνια, την λάτρεψε. Ο Σπύρος όμως ήταν κ αυτός ζωντόχηρος χωρίς παιδιά, δεν μπόρεσε η προηγούμενη γυναίκα του να του δώσει παιδιά. Αμέσως, δίχως δεύτερη σκέψη, ζήσανε μαζί κ σχεδιάζανε τον γάμο τους, τη ζωή τους. Η Κατερινούλα έμεινε έγγυος, θα του έκανε παιδί, ο Σπύρος ήταν τόσο χαρούμενος. Όμως το σώμα της ήταν τόσο ταλαιπωρημένο, τόσο πονεμένο που δεν άντεξε...στους 6 μήνες απέβαλλε την κορούλα τους. Το χτύπημα βαρύ όμως τους περίμενε κάτι χειρότερο. Η πρώην γυναίκα του έβγαλε καρκίνο κ ήταν μόνη δίχως συγγενείς κ φοβόταν τόσο που τον αναζήτησε.

Ο Σπύρος έθαψε την αγάπη του για την Κατερινούλα, της είπε πως εκείνη είχε τα παιδιά της όμως η άρρωστη εκείνη γυναίκα δεν είχε κανέναν κ γύρισε κοντά της. Η Κατερινούλα δεν μπορούσε να δεχτεί το χωρισμό τους, έπεσε σε κατάθλιψη, έχασε τα λογικά της, παρακάλεσε, κυνήγησε, τίποτα όμως...για να τον ξεπεράσει παντρεύτηκε άλλον, ένα χωροφύλακα που την αγαπούσε κ της φέρονταν καλά, όμως εκείνη ξυπνούσε κ κοιμόνταν με το όνομα του Σπύρου στα χείλη της...Έτσι πέρασαν 28 χρόνια, η Κατερινούλα χήρεψε. Εμεινε μόνη.

Ξαφνικά, ένα πρωί σαν όλα τα άλλα, τηλέφωνο χτύπησε στην κόρη της. Ήτανε ο ξάδελφος του Σπύρου, μεσολαβητής, έψαχνε τα ίχνη της Κατερινούλας αλλά βρήκε την κόρη της. Της μίλησε, της εξήγησε, η κόρη δεν πίστευε στα αυτιά της, της ζήτησε να αφήσει τον Σπύρο να μιλήσει στην μάνα της. Ο Σπύρος χήρεψε κ αυτός, η τότε άρρωστη γυναίκα του άντεξε 28 χρόνια με το χτικιό μέσα της, και τώρα γύρευε την Κατερινούλα. Η κόρη τότε ζήτησε λίγο χρόνο, να μιλήσει στην μάνα της. Πέρασε λίγος καιρός, ήρθε ο Σπύρος από κοντά, κρατούσε ένα βιβλίο δικό του με ποιήματα. Τα μιλήσανε μπροστά στην κόρη, η Κατερινούλα του έβαλε φωνές, έβγαλε τα απωθυμένα της, έκλαψε. Ο Σπύρος ζήταγε συγνώμη. «Κατερινούλα μου, μπεκατσούλα μου, δε σε ξεπέρασα ποτέ, το βιβλίο αυτό όταν το έφτιαχνα ήταν για σένα. Σε παρακαλώ συγχώρα με, δέξου με κοντά σου, να βγάλουμε το υπόλοιπο της ζωής μας μαζί....»

Και έτσι έγινε, γιατί φίλοι μου η ζωή είναι τόσο σύντομη. Η Κατερινούλα και ο Σπύρος, 70 χρόνων πια, ασπρομάλληδες και οι δύο, ζούνε μαζί, βοηθούν ο ένας τον άλλον να βγάλουν το υπόλοιπο της ζωής τους με γαλήνη και ηρεμία που δεν είχαν ποτές τους.
(Στην γιαγιά μου που τόσο λατρεύω)

(απο Mageliki, δημοσιευμενο στις 19/06/08)