Visualizzazione post con etichetta ITALO CALVINO. Mostra tutti i post
Visualizzazione post con etichetta ITALO CALVINO. Mostra tutti i post

07/02/24

Italo Calvino - Η περιπέτεια δύο παντρεμένων

 


L'operaio Arturo Massolari faceva il turno della notte, quello che finisce alle sei. Arrivava a casa tra le sei e tre quarti e le sette, cioè  alle  volte  un  po’  prima  alle  volte  un  po’  dopo  che  suonasse  la  sveglia  della moglie, Elide. 
Alle volte invece era lui che entrava in camera a destarla, con la tazzina del caffè, un minuto prima che suonasse. Elinte si preparava, infilava il cappotto nel corridoio, si davano un bacio, apriva la porta e già la si sentiva correre giù per le scale.  
Arturo  restava  solo.  Chiudeva gli sportelli alla finestra, faceva buio, entrava in letto.  Il letto era come l'aveva lasciato Elide alzandosi, ma dalla parte sua, di Arturo, era quasi intatto, come se fosse stato appena rifatto allora. 
Lui si coricava dalla propria parte, per bene, ma dopo allungava una gamba in là, dov'era rimasto il calore di sua moglie. Poi ci allungava anche l'altra gamba, e così a poco a poco si spostava tutto dalla parte di Elide, in quella nicchia di tepore che conservava ancora la forma del corpo di lei, e affondava il viso nel suo guanciale, nel suo profumo, e s'addormentava. 
Elinde tornava la sera, e dopo aver mangiato insieme, scambiato qualche parola e qualche squardo, Artouro era già fuori per andare al lavoro. Allora Elinde andava a letto, spegneva la luce e, sdraiandosi dalla propria parte, allungava la gamba verso il posto di suo marito, per cercare il calore di lui. Ma ogni volta si accorgeva che dove dormiva lei era già caldo, segno che anche Arturo aveva dormito lì, e ne provava una grande tenerezza.
Italo Calvino: L'avventura dei due sposi (Gli amori difficili) 1958
----------------------------
Ο εργάτης Αρτούρο Μασολάρι δούλευε στη νυχτερινή βάρδια, αυτή που τελείωνε στις έξι. Έφτανε στο σπίτι μεταξύ επτά παρα τέταρτο με επτά, δηλαδή πότε λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι της γυναίκας του Ελίντε και άλλοτε μετά.
Μερικές φορές όμως, ήταν αυτός που έμπαινε στο δωμάτιο να την ξυπνήσει, με ένα φλιτζάνι καφέ, ένα λεπτό πριν το χτύπημα. Η Ελίντε ετοιμαζόταν, φορούσε το παλτό της στο διάδρομο, τον φιλούσε, άνοιγε την πόρτα και αμέσως την άκουγε να τρέχει στις σκάλες.
Ο Αρτούρο έμενε μόνος.  Εκλεινε τα παράθυρα, και μέσα στο σκοτάδι, έπεφτε για ύπνο. Το κρεβάτι ήταν όπως το είχε αφήσει η Ελίντε όταν σηκώθηκε, αλλά στη πλευρά του Αρτούρο, ήταν σχεδόν άθικτο, σαν να είχε μόλις στρωθεί.
Ο Αρτούρο αφού ξάπλωνε καλά στην δική του θέση, μετά από λίγο άπλωνε το ένα του πόδι πιο πέρα, εκεί όπου ένοιωθε να είχε μείνει η ζεστασιά της γυναίκας του. Υστερα τραβούσε και το άλλο πόδι και σιγά-σιγά μετακινιόταν ολόκληρος προς τη πλευρά της Ελίντε, σε εκείνη τη θέση ζεστασιάς που διατηρούσε ακόμα το σχήμα του σώματος της, και έθαβε το πρόσωπό του στο μαξιλάρι της, στο άρωμά της, και έτσι αποκοιμιόταν. 
Η Ελίντε επέστρεφε το βράδυ, κι αφού έτρωγαν και αντάλλαζαν λίγες κουβέντες και μερικές ματιές, ο Αρτούρο ήταν ήδη έξω για να πάει στη δουλειά. Τότε η Ελίντε πήγαινε για ύπνο, έσβηνε το φως και ξαπλωμένη άπλωνε το πόδι προς την πλευρά του συζύγου της, για να αναζητήσει τη ζεστασιά από το κορμί του. Αλλά κάθε φορά καταλάβαινε ότι η δική της μεριά ήταν πιο ζεστή, σημάδι ότι ο Αρτούρο είχε επίσης κοιμηθεί εκεί και ένιωθε τόσο μεγάλη τρυφερότητα γι' αυτό.
Italo Calvino: Η περιπέτεια δύο παντρεμένων (Οι δύσκολοι έρωτες) 1958


18/08/15

Ίταλο Καλβίνο - Η περιπέτεια ενός αναγνώστη



Ο Αμεντέο Ολίβα κάθε καλοκαιρι πριν ακομα ξεκινησει για τη θαλασσα, ετοίμαζε με ιδιαιτερη φροντιδα τη βαλιτσα που τη γέμιζε βιβλία. Κι ολα αυτα τα βιβλια τα ξεκοκάλιζε εκει πανω στο βράχο, σταματώντας συχνα σε κάποια φράση και σηκώνοντας τα μάτια του από τη σελίδα για να σκεφτει και να ταχτοποιησει τις ιδεες του. Ετσι και τωρα ανασηκώνοντας το βλεμμα του ειδε οτι στην παραλία με το χαλικακι στην ακρη του ορμου, να ειχε έρθει και να έχει ξαπλώσει μια γυναικα (....)

Ηταν μια αδυνατη γυναικα, μαυρισμενη αρκετα από τον ηλιο, όχι πολύ νεα ουτε ιδιαιτερα ομορφη (….) φορουσε ένα μικρο μπικινι μαζεμενο προσεκτικά στις ακρες για να την βλεπει οσο το δυνατο περισσοτερο ο ηλιος και το ματι του Αμεντεο καρφωθηκε πανω της (....) Ο Αμεντεο δεν αργησε να την ταξινομησει: ηταν ο τυπος της ανεξαρτητης γυναικας που πηγαινει στις διακοπες μονη και προτιμα τα ερημικα βραχακια απο τα πολυσυχναστα μερη (....) Υπολογισε στα γρηγορα ποσες πιθανοτητες του προσφερόταν για μια συντομη περιπετεια (….) και συνεχισε να διαβαζει, με την πεποιθηση ότι εκεινη η γυναικα δεν τον ενδιεφερε καθολου (....)

Η ευχαριστηση που ενοιωθε από την θεα της μαυρισμένης κυριας -μια εντελως περιθωριακη ευχαριστηση σχεδον μια πολυτελεια που θα μπορουσε να απολαυσει ταυτόχρονα με την χαρα της αναγνωσης (....) χωρις να αναγκαζεται να αποσπά κάθε τοσο το βλεμμα του (….)

Τοσο πολύ μαλιστα ειχε βυθιστει στο βιβλιο που δεν προσεξε ότι καποια στιγμη – κι ενώ αυτος δεν ειχε τελειώσει το κεφαλαιο – η γυναικα εχοντας ηδη καπνισει το τσιγαρο της ειχε σηκωθει από το στρωμα της και τον ειχε πλησιασει να τον προσκαλεσει για μπανιο (.....)

Θα ηταν βεβαια υπεροχο να μεινει λιγο ακομα ξαπλωμενος εκει, συνεχιζοντας να διαβαζει και να ανασηκώνει κάθε τοσο το βλεμμα του από το βιβλιο. Αλλα μη μπορωντας να ζητησει άλλη αναβολη εκανε κατι που δεν το ειχε ξανακανει: πηδηξε σχεδον μιση σελιδα φτανοντας στο τελος του κεφαλαιου το οποιο όμως διαβασε με μεγαλη προσοχη κι υστερα σηκωθηκε (....)

Ο ηλιος βασίλευε αργα πισω από το ακρωτηρι αφηνοντας πισω του διαφορα χρωματα. Οι παρεες που ηταν κρυμμένες πισω από τα βραχακια ειχαν πια φυγει. Ήταν μονοι στη παραλια. Ο Αμεντεο συνεχιζε να αγκαλιαζει με το ένα του χερι τη πλατη της γυναικας, να διαβαζει, να της δινει φιλια στο λαιμο και στο αυτι - που εκεινη μάλλον τα απολαμβανε - και κάθε τοσο όταν εκεινη γυριζε το κεφαλι της, στο στομα, μετα συνεχιζε παντα να διαβαζει. Ισως τουτη τη φορα να ειχε βρει την ιδανικη ισορροπια: μπορουσε να συνεχισει ετσι για άλλες εκατο σελιδες. Ακομα μια φορα όμως εκεινη ανετρεψε τη κατάσταση. Αρχισε να γινεται ψυχρη σαν να ηθελε να τον αποδιωξει κι υστερα ειπε: «Ειναι αργα, ας φυγουμε. Εγω ντυνομαι»

Ο Αμεντεο εμεινε αναποφάσιστος αλλα δεν εμεινε να ζυγισει τα υπερ και τα κατά. Ειχε φτασει σ΄ένα κρισιμο σημειο του βιβλιου και η χαμηλοφωνη φραση της «εγω ντυνομαι» τον εκανε αμεσως να σκεφτει: «Ενώ ντυνεται θα εχω ολο το καιρο να διαβασω μερικες σελιδες ακομα, χωρις διακοπη»

Η κυρια του ζητησε να κρατησει τη πετσετα να ξεντυθει και να μη την βλεπουν. Ο Αμεντεο δεχτηκε προθυμα αφου μπορουσε να κρατα την πετσετα καθισμενος και να συνεχιζει να διαβαζει το βιβλιο που ειχε ακουμπισμενο στα γονατα του (....)

Από την άλλη μερια της πετσετας η κυρια ειχε βγαλει το σουτιέν χωρις να νοιαζεται αν αυτος την κοιταζε η όχι. Ο Αμεντεο δεν ηξερε αν επρεπε να την κοιταζει κανοντας δηθεν πως διαβαζει, η αν επρεπε να συνεχισει να διαβαζει κανοντας δηθεν πως την κοιταζει (....) τον ενδιεφεραν και η μια και η αλλη περιπτωση.
Όταν για πρωτη φορα εστρεψε το προσωπο της προς το μερος του: ηταν ένα λυπημένο προσωπο με μια πικρη εκφραση, κουνουσε το κεφαλι της και τον κοιταζε (....)

«Αφου θα γινει που θα γινει, ας γινει αμεσως» σκεφτηκε ο Αμεντεο πεφτωντας πανω της με το βιβλιο στο χερι και το ένα του δαχτυλο αναμεσα στις σελιδες. Αυτό όμως που διαβασε στο βλεμμα της (....) δηλαδη αυτο που δεν διαβασε γιατι δεν ηξερε να διαβαζει στα βλεμματα των ανθρωπων (....) σαν να ηθελε να του πει: «ανοητε, ας το κανουμε ετσι αφου ετσι το θελεις αλλα δεν καταλαβαινεις κι εσυ όπως κι αλλοι, τιποτε....» αλλα μονο με το ενστικτο του καταλαβε, του προκαλεσε ενα τετοιο παθος γι αυτη τη γυναικα που, αγκαλιαζοντας την και πεφτοντας πανω της στο στρωμα μολις μετα βιας γυρισε το κεφαλι του να δει μηπως το βιβλιο του ειχε καταληξει στο νερο.....

Το βιβλιο όμως ειχε πεσει κοντα στο στρωμα ανοιχτο. Ειχαν γυρίσει μερικες σελιδες και ο Αμεντεο, παρ’ ολο που εξακολουθουσε να βρισκεται κατω από την επηρεια του παθους και να αγκαλιαζει τη γυναικα, προσπαθουσε να ελευθερωσει το ένα του χερι για να βαλει τον σελιδοδεκτη στη σωστη σελιδα. Γιατι δεν υπαρχει τιποτα πιο αντιπαθητικο από το να θελεις να αρχισεις αμεσως να διαβαζεις και να μη βρισκεις σε πια σελιδα ειχες μεινει!
_____________
Μερικα αποσπασματα από το διηγημα «Η περιπετεια ενός αναγνωστη» που περιεχεται μαζι με αλλα δεκαπεντε "δροσερα" διηγηματα στο βιβλιο του Ιταλου συγγραφέα ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ (1923-1985) «GLI AMORI DIFFICILI» «ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΕΡΩΤΕΣ» "εκδοσεις Αστερι" (σε μεταφραση Ανταιου Χρυσοστομιδη)

Italo Calvino

«ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΕΡΩΤΕΣ, γιατι σε αυτα τα κειμενα ο ερωτας οταν και οπου υπαρχει, δεν βιωνεται σαν τετοιος αλλα χανεται πισω απο ενα τειχος μεγαλων η μικρων δυσκολιων. Το κοινο στοιχειο που χαρακτηριζει ολες αυτες τις ιστοριες, ειναι η δυσκολια της επικοινωνιας, η ζωνη σιωπης που καλυπτει τις ανθρωπινες σχεσεις»
«Οι δυσκολοι ερωτες» ηταν το πρωτο βιβλιο του αγαπημενου Ιταλο Καλβινο που πρωτοδιαβασα τυχαια ενα καλοκαιρι κοντα στη θαλασσα. Απο τοτε παραμενει το απολυτο καλοκαιρινο μου αναγνωσμα που καθε τοσο ξαναδιαβαζω με μεγαλη ευχαριστηση. 
Συνισταται ιδιαιτερα για οσους χρειαζονται να ρουφηξουν λιγο απο την καλοκαιρινη μυρωδια, ακομα και απο το μπαλκονι τους.