dal cielo piove incessantemente veleno russo e le macerie ci schiacciano la testa bombardano
senza pietà, dove nascondersi?
Madri
e bambini sono morti per strada il
parco giochi di fronte sembra un cimitero. Voglio
piangere ma non ci riesco trema la
terra sotto i nostri passi il
cane ha ricominciato a ululare e
la vita si nasconde nei rifugi sotterranei.
Chi impasterà ora il pane caldo
chi
mieterà il grano dorato della patria? Ma
siamo ancora vivi.
Muovi l'archetto sul violino figlio mio
voglio
cantare "Verbovaya Doshchechka," affinché
tutti sappiano che anime innocenti
vengono massacrate in Ucraina
e che tutti uniti combattono per la libertà.
(V) Η άνοιξη ήδη άνθισε αλλά δεν είναι πια η ίδια από τον ουρανό βρέχει ασταμάτητα ρώσικο δηλητήριο και τα συντρίμμια μας πλακώνουν στο κεφάλι βομβαρδίζουν ανελέητα που να κρυφτούμε Mητέρες και παιδιά είναι νεκρά στους δρόμους η παιδική χαρά απέναντι μοιάζει νεκροταφείο. Θέλω να κλάψω μα δεν τα καταφέρνω τρέμει η γη κάτω από τα πόδια μας το σκυλί άρχισε πάλι να ουρλιάζει και η ζωή κρύβεται στα υπόγεια καταφύγια. Ποιος θα ζυμώσει τώρα το ζεστό ψωμί ποιος θα θερίσει το χρυσό στάρι της πατρίδας; Μα είμαστε ακόμα ζωντανοί. Σύρε το δοξάρι γιε μου στο βιολί θέλω να τραγουδήσω το "Verbovaya Doshchechka," να μάθουν όλοι πως αθώες ψυχές
σφαγιάζονται στην Ουκρανία και όλοι ενωμένοι αγωνίζονται για την ελευθερία.
(V)
Il "Verbovaya Doshchechka,"(Tavola di salice) è una canzone popolare ucraina cantata durante
un antico gioco primaverile tradizionale Ucraino.
-------------------------
To "Verbovaya Doshchechka" (Σανίδα Iτιάς) είναι ένα Ουκρανικό λαϊκό τραγούδι που τραγουδιέται κατά τη διάρκεια ενός αρχαίου
παραδοσιακού Ουκρανικού ανοιξιάτικου παιχνιδιού.
Settembre, dolce e malinconico Settembre con la sua morbida luce dorata dei tramonti. Insieme alle nuvole che vagano indecise seguiamo anche noi l'incertezza degli ultimi giorni estivi. (V)
Ελα να καθίσεις και να μιλήσουμε
στις άδειες σελίδες αυτού του χαρτιού
αφού σε άλλους δρόμους δεν πρόκειται να συναντηθούμε,
θα σε πάρω από το χέρι να περπατήσουμε σ’ αυτό το δωμάτιο
κλειστό από χρόνια γεμάτο σκόνη και αναμνήσεις,
εδώ που κάποτε μας έφερε η ανάγκη και μας έσμιξε η σιωπή
εδώ που ξεμείναμε αδιάβαστα ποιήματα δίχως φωνή
να σου διηγηθώ τόσες μέρες και νύχτες πως πέρασαν
πόσες σκληρές θάλασσες μακριά σου με παίδεψαν,
κι ύστερα θα σου τραγουδήσω το αγαπημένο σου τραγούδι
θ' ανοίξουμε το παράθυρο τον κόσμο έξω να μυρίσουμε
να ταξιδέψουμε στις πολιτείες που δεν γνωρίσαμε
να επιστρέψουμε στα παλιά μέρη που νοσταλγήσαμε εκει που είχαμε πρωτοειδωθεί.
(V) 08/02/19
Είδα μαύρο τον ουρανό άκουσα μια τρομακτική κραυγή και μια βροντή που κατέβαινε στη γη είδα τον Θεό στη μια πλευρά και τον διάβολο απέναντι να γελά δεν μπορώ να σε νιώσω αδερφέ μου η ψυχή μου είναι παγωμένη μην με κοιτάζεις μ' αυτό το βλέμμα μην μου απλώνεις το χέρι μου είναι αδιάφορος ο πόνος σου ούτε θέλω να δω τον κόσμο σου γεννήθηκα ένοχος κι όχι καλός δεν είμαι τυφλός, είμαι κακός κανένα έλεος, καμιά συμπόνοια μην περιμένεις και δεν με νοιάζει αν ζεις ή πεθαίνεις
Και να γιατί
χρειαζόμαστε την ποίηση
έτσι για ν' ανοίγει μια πόρτα κλειστή
όταν έχεις ανάγκη
για να μπορείς να συνομιλείς
απέναντι σε μια άδεια καρέκλα
ακόμη και όταν οι λέξεις
σαν κομφετί καταρρέουν στο πάτωμα
ακόμη κι όταν δεν υπάρχει εκεί
κανείς να σ' ακούσει.
Είναι ένας τρόπος
να παραπλανάς τη πικρή μοναξιά σου
κάθε φορά που η καρδιά
επικίνδυνα χτυπά και πονάει
καθώς προσπαθείς να φωνάξεις
μα δεν βρίσκεις τα ξεχασμένα λόγια
μπροστά στη σιωπή
που πάνω στους τοίχους σκαρφαλώνει
μονάχα κλείνεις τα μάτια
γιατί δεν θέλεις άλλο πια να κοιτάξεις.
Για αυτό λοιπόν
χρειαζόμαστε τα ποιήματα
έτσι για να υπάρχει κάποιος
να μας κρατά συντροφιά το βράδυ
όπως μια ξένη αγκαλιά
ένα άγνωστο πρόσωπο
ακόμη κι ένα παγωμένο χέρι
γιατί μερικές φορές
χρειαζόμαστε όλοι έναν συνεργό,
έστω έναν περιστασιακό κλέφτη να 'ρθει να μας σκουντήξει κρυφά στο σκοτάδι.
(V)
(Αφιερωμένο στον αγαπημένο μου Λέοναρντ!)
_______________ "Η στέρηση είναι η μητέρα της ποίησης " Leonard Cohen
*